
Αφού τακτοποιηθούν όλα στη θέση τους τότε αρχίζει η καταμέτρηση, πόσα είναι αρκετά και πόσα είναι ελλιπή και χρειάζονται συμπλήρωση και τότε αρχίζει η αγορά και η πώληση. Στην αρχή η αγορά και η πώληση γινόταν επί τόπου δι’ ανταλλαγής προϊόντων, π.χ. η μία νοικοκυρά τα σκόρδα της ήταν υπέροχα, η άλλη είχε καλά κρεμμύδια τα άλλαζαν μεταξύ τους συμπληρώνοντας η μια τις ελλείψεις της άλλης. Αυτό γινόταν και στα μεγαλύτερα προϊόντα, σιτάρι, καλαμπόκι κ.λ.π.
Η πρώτη αγοραπωλησία εγίνετο δι’ ανταλλαγής.
Γυρολόγοι – Πραματευτάδες. Αυτοί με το γαϊδουράκι στην αρχή έπειτα με το κάρο μετέφεραν μικρές ποσότητες προϊόντων στα χωριά κι άρχισε η συναλλαγή με τον ευρύτερο κόσμο.
Τα μικρομάγαζα που ήταν καφενεία με δύο-τρία τραπεζάκια, μια γωνία κουρείο, η άλλη νεροχύτης και ψήσιμο καφέ και σε δυό ράφια δύο σακουλάκια ζάχαρη, αλάτι, σπίρτα κ.λ.π. Ποτέ δεν έλειπε το γκάζι (πετρέλαιο) απαραίτητο για τις λάμπες, λαμπογιάλια, φυτίλια απαραίτητα στο μαγαζί (μπακάλικο). Σε όλα τα χωριά υπήρχαν αυτά τα τόσο μικρά αλλά εξυπηρετικά μαγαζάκια. Οι κάτοχοί τους ήταν απλοί χωρικοί που λίγα γράμματα ήξεραν. Κάποτε ένας μπακάλης θα έλειπε μερικές ημέρες από το χωριό και άφησε στην θέση του τον πεθερό του. Πατέρα εδώ σ’ αυτό το τεφτέρι θα γράφεις ποιός ψώνισε, και τι ψώνισε και πόσα ψώνισε εν τάξει παιδί μου κατάλαβα. Κατάλαβε ο παππούς Βασίλης κι άρχισε να γράφει:
Μαλιώ (Αμαλία) τρείς φορές χαλβά… (πόσο βάρος είχε κάθε φορά ο χαλβάς αυτό δεν τον ενδιέφερε τον μπαρμπα-Βασίλη).
Ο Γιώργης γέμισε την λάμπα 2 φορές γκάζι….
Ο ίδιος παππούς καθόταν πιστός στο καθήκον και περίμενε τους πελάτες για να μπουν στο μπακάλικο, τρεις καλοντυμένοι άντρες.
Καλημέρα παππού! Καλώς τους λεβέντες τι να σας προσφέρω; Έναν βαρύγλυκο (καφέ) λέει ο ένας, έναν σκέτο λέει ο δεύτερος, ένα τσάι λέει ο τρίτος. Τότε σηκώνεται ο παππούς και με σοβαρό ύφος λέει:
Εδώ το καφενείο σερβίρει ένα είδος διαλέξτε τι θέλετε, αλλιώς δεν έχει τίποτα. Γέλασαν με συμπάθεια προς τον γέρο Βασίλη και είπαν έναν μέτριο καφέ για να γίνουν όλα τα κέφια. Σημειωτέον ότι στο τζάκι έκαιγε ένα κούτσουρο κι εκεί γινόταν όλα (τα μαγειρέματα) καφές, τσάι κ.λ.π. Στο μικρό αυτό μαγαζάκι μαζεύονταν οι γέροι και έπαιζαν χαρτιά (όποιος κέρδιζε έπαιρνε ένα λουκούμι).
Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μαζεύτηκαν μερικοί άντρες να παίξουν χαρτιά. Η χαρτοπαιξία όμως ήταν πολύ αυστηρή και κάθε βράδυ Πρωτοχρονιάς χωροφύλακες περιπολούσαν στα χωριά και έμπαιναν ξαφνικά μέσα για να πιάσουν τους παίχτες. Δεν είχαν αρχίσει ακόμα το παιγνίδι μπαίνουν δυο χωροφύλακες μέσα. Την ίδια στιγμή φτάνουν στην πόρτα δυό βλάχοι που είχαν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό. Γελώντας οι χωροφύλακες λένε: Καλώς τα παιδιά πώς από δώ τέτοια ώρα; Δεν έχασαν το θάρρος τους οι βλάχοι και απαντούν: Ήρθαμε να πάρουμε αλάτι για να αλατίσουμε το τυρί… Διάολο οι γυναίκες μας ξέχασαν να μας πουν ν’ αγοράσουμε αλάτι και να τώρα τι πάθαμε.
Σηκωθείτε όλοι και πηγαίνετε στα σπίτια σας να γιορτάσετε με τα παιδιά σας με την οικογένειά σας Πρωτοχρονιά και αύριο το πρωί στην εκκλησία, όλα. Ένα καλό μάθημα.
Σε διάφορα μαγαζάκια (καφενεία) είχαν και διάφορα είδη που χρειάζονταν για τις ανάγκες του χωριού. Σ’ ένα καφενείο ο καφετζής είχε έναν τενεκέ καραμέλες γυμνές (όχι συσκευασμένες), οι καραμέλες από την ζέστη έλιωναν και για να τις ξεκολλήσει χτυπούσε τον τενεκέ με ένα σφυράκι και ξεκολλούσαν, ένα αυγό μια καραμέλες. Η αγορά και πώληση γινόταν με αυγά. Τόσο συνηθισμένη αυτή τη συναλλαγή ώστε: Ξεκίνησαν για την πόλη ο πατέρας και ο γιος για να ψωνίσουν, με τα γαϊδουράκια, κάποια στιγμή βλέπει το παιδί στο σαμάρι και δεν ήταν το καλάθι με τα αυγά. Πατέρα, πατέρα, ξέχασες να πάρεις τα αυγά τώρα με τι θα ψωνίσουμε;
4) Εκτός από τους πραματευτάδες και τους γυρολόγους ήταν και πωλητές λίγων ειδών που έπαιρναν παραγγελίες. Ο μπαρμπα-Θεοχάρης φορτώνοντας στο γαϊδουράκι του δύο στάμνες και λίγες ασβεστούχες πέτρες ξεκινούσε για τα χωριά. Στάμνες και ασβέστη ελάτε να πάρετε….. Μπάρμπα-Θεοχάρη δώσε μια στάμνα….. Αύριο, αύριο, αυτό όμως ήταν μια παραγγελία που θα την εκτελούσε αύριο.
Αγορά – Πώληση
Αρχίσαμε με μικρομάγαζα, γυρολόγους και σιγά σιγά άρχισαν να γίνονται στην αρχή μικρά καταστήματα, που το καθένα είχε ορισμένο είδος: Υφασματοπωλεία, Υποδηματοπωλεία, Υαλοπωλεία, Χρυσοχοεία, Ζαχαροπλαστεία, Εστιατόρια και κεντρικοί δρόμοι και πλατείες γέμισαν με παντός είδους καταστήματα που ομόρφαιναν την πόλη και έκαναν εύκολη την ζωή των πολιτών γιατί εύρισκαν όλα όσα χρειάζονταν.
Όμως η πρόοδος τα άλλαξε όλα από τα μικρομάγαζα, στα μικρά καταστήματα και ανεβαίνουμε ψηλά στα «Πολυκαταστήματα». Αυτά πρωτοεμφανίζονται στις πολύ μεγάλες πόλεις: Θεσ/νίκη και Αθήνα.
Στην Θεσσαλονίκη στην οδό Τσιμισκή το πρώτο Πολυκατάστημα ποιότητος «Μινιόν» με έτοιμα ενδύματα.
Κατράντζος στην Θεσ/νίκη επί της οδού Τσιμισκή.
Κλαουδάτος στην Θεσ/νίκη επί της οδού Τσιμισκή.
και στην μεγάλη οδό της Θεσσαλονίκης μια σειρά από πολυτελή καταστήματα υποδημάτων «Καρύδας» π.χ. στην Εγνατία.
Και η πρωτεύουσα, η Αθήνα παρουσιάζει τα δικά της Πολυκαταστήματα. Αθήνα 1) Μινιόν 2) Κλαουδάτος 3) Αφοί Λαμπρόπουλοι.
Και μετά έρχονται τα σούπερ μάρκετ μικρά, μεγάλα, τεράστια. Τα σούπερ μάρκετ καταλαμβάνουν τεράστιους χώρους και για να απολαύσεις τα εκθέματά τους χρειάζεσαι ώρες. Είναι μια κεντρική αγορά που μπορείς να καθίσεις κάπου να ξεκουραστείς, να πιεις έναν καφέ, να φας ένα γλυκό και γιατί όχι, να καθίσεις και να φας ό,τι φαγητό θέλεις. Όλα τα έχει ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ όμως του λείπει κάτι: το χαμόγελο του καταστηματάρχη, η προσφορά και η πληρωμή όλα μηχανικά, πακεταρισμένα, ψυχρά.
Ας αλλάξουμε όψη ας γελάσουμε και λίγο ενθυμούμενοι τις παλιές αγορές και ορισμένα είδη που εξαφανίστηκαν.
Τα καλάμια. Υπήρχαν δύο ειδών καλάμι τα λεπτά και τα χοντρά. Με τα λεπτά έκαναν τις καλαμωτές για φράχτες και για υπόστεγα, και τα ταβάνια των δωματίων. Τα χοντρά ήταν πιο ακριβά γιατί αυτά τα αράδιαζαν πάνω στα χοντρά σανίδια της σκεπής στον (ποταμό) ή πάτερο και έκαναν
τον σκελετό της σκεπής όπου έμπαιναν τα κεραμίδια. Επίσης τα έδεναν το ένα με τ’ άλλο και έκαναν το (σουμιέ) του κρεβατιού όπου έμπαινε το στρώμα. Τα καλαμίδια του αργαλειού κι αυτά είχαν την θέση τους στις χρήσιμες κατασκευές.
Δεν υπήρχε κάτι στον κάμπο στο βουνό στην ακροποταμιά που να μην χρησιμοποιηθεί για αγορά και πώληση.
Στην περιοχή μας όταν καλλιεργούσαν καπνά υπήρχαν οι ψάθες που τις έστρωναν κάτω στο χωμάτινο πάτωμα και επάνω σ’ αυτό στρώνοντας από πάνω ένα τσούλι και εκεί παστάλιαζαν τον καπνό και το έκαναν «δέματα» έτοιμα προς πώληση. Τις ψάθες τις έφτιαχνε ένας γεροδεμένος μεσήλικας άντρας ονόματι κ. Αγοραστός Γολοβότας. Μάζευε από την άκρη του ποταμιού ένα φυτό ψηλό που το έλεγαν ψαθί και το ύφαινε στον ειδικό όρθιο αργαλειό. Περιζήτητες οι ψάθες μέχρι και στις εκκλησίες τις έπαιρναν, για τις αγρυπνίες.
Ένα άλλο είδος αγοράς και πώλησης ήταν οι εμποροπανηγύρεις παζάρια με ζώα και γινόταν με ανταλλαγή. Εδώ χωρούσε λίγο η πονηριά, η κεντριά και η εκμετάλλευση έστω σε μικρό βαθμό που είχε σχέση στις αγοραπωλησίες. Ένα μικρό μαγαζάκι το διατηρούσε η κυρία Νίνα. Οι πελάτες σπάνιοι και κυρίως αγράμματες γυναίκες. Ξεχώριζε η Νίνα τα ψώνια και μετά ερχόταν ο λογαριασμός: Αυτά θείτσα κάνουν μιάμιση δραχμή και αυτά δυόμιση (μιάμιση και δυόμιση κάνουν έξι δραχμές) 1 1/2+2 1/2=6. «Ακριβά μαρή!». Έλα έλα κοντά να τα λογαριάσουμε μαζί άντε λογάριασε και σύ και η θεία με συγκατάβαση έλεγε έτσι είναι 1 1/2+2 1/2=6.
Πόσα να γράψει κανείς, είναι ατελείωτα, αλλά εκείνο που πρέπει να μείνει για να βοηθάει τους ανήμπορους και αυτούς που κάνουν λίγα και απλά ψώνια είναι να ζήσουν μικρά παντοπωλεία στις γειτονιές για να ζουν ευχάριστα οι κάτοικοι της γειτονιάς.
Χρυσούλα Παναγοπούλου
