Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ανακοίνωση στην ημερίδα που διοργάνωσε το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους — Αρχεία Νομού Σερρών, υπό την αιγίδα του Δήμου Βισαλτίας. Το θέμα της ήταν: «ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ, 110 χρόνια από την ανοικοδόμηση του ναού του Αγίου Αθανασίου Νιγρίτας» και πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 22 Ιανουαρίου του 2017. Το κείμενο παρατίθεται όπως ανακοινώθηκε τότε, χωρίς νεότερες προσθήκες και ενημερώσεις. Αφιερώνεται στη μνήμη της συζύγου μου Γιώτας Γκόγκου, φιλολόγου που «έφυγε» πριν τρία ακριβώς χρόνια.

Ο όρος Ανάλεκτα, στον τίτλο της ομιλίας μου, χαρακτηρίζει την αποσπασματικότητα των παρατηρήσεών μου που έχουν ως επίκεντρό τους τη Νιγρίτα και τη Σύρπα σε παράλληλες ιστορικές διαδρομές. Οι αναφορές μου επικεντρώνονται, αρχικά στις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την συγκρότηση των δύο οικισμών που προς το τέλος του 19ου αιώνα εξελίχθηκαν σε μια οικιστική ενότητα, με έντονη οικονομική ζωή, για να ενωθούν οριστικά και επίσημα σε μία ενιαία Κοινότητα, της Νιγρίτας, αμέσως μετά την απελευθέρωση. Από το 1914 ως το 1925 αποτέλεσε έδρα ομώνυμης υποδιοίκησης όταν ο νομός Σερρών, χωρίστηκε σε 4 υποδιοικήσεις και από το 1928 έδρα της επαρχίας Βισαλτίας. Η Κοινότητα Νιγρίτας αναβαθμίσθηκε σε Δήμο στη διάρκεια της Κατοχής, το 1943, όταν και ήταν έδρα του θνησιγενούς Νομού Στρυμώνος. Στη συνέχεια, παρουσιάζω κάποιες ενθυμήσεις που βρίσκονται σε εκκλησιαστικά βιβλία που εντάχθηκαν στη Βιβλιοθήκη των Γενικών Αρχείων του Κράτους Αρχείων Νομού Σερρών, από δωρεά , σε συνδυασμό με σπάνια έγγραφα και φωτογραφίες που αφορούν γεγονότα της απελευθέρωσης της κωμόπολης.

Η τοπική ιστοριογραφία θεωρούσε, ως πρόσφατα, πρώτη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη της Νιγρίτας το Χρονικό του Παπασυναδηνού, του ιερέα από το Μελενικίτσι Σερρών που παρέδωσε ένα πραγματικό θησαυρό για την ιστορία της πόλης και της περιοχής της, στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, δηλαδή στα έτη 1600 ως 1650. Η πρώτη αυτή αναφορά είναι του 1616 και αναφέρεται στην καταγωγή του Μητροπολίτη Σερρών Τιμοθέου:«εκ χώρας Νεγρίτας».
Όμως, από ότι φαίνεται τον πήχυ του ιστορικού χρόνου πρέπει να τον τραβήξουμε τουλάχιστον 162 χρόνια πιο πίσω. Η πρώτη τους ιστορική παρουσία ως οικισμών εντοπίζεται στο έτος 1454 ή 1455.
Η μεγάλη δυσκολία που αντιμετώπιζε η έρευνα στην Ελλάδα και ακόμη περισσότερο στην ελληνική επαρχία ήταν η δύσκολη πρόσβαση όχι μόνο σε πρωτότυπο υλικό αλλά και σε δευτερογενές υλικό, όπως είναι τα βιβλία, οι μονογραφίες ή τα άρθρα περιοδικών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αγνοούνται σημαντικές πηγές για την τοπική μας, και όχι μόνο, ιστορία. Εννοώ, μεταξύ άλλων και τις δημοσιεύσεις δύο ιστορικών από τη FYROM του Μετόντια Σοκολόσκι και τον Αλεξάνταρ Στογιαννόφσκι στους οποίους θα αναφερθώ διεξοδικά παρακάτω. Σήμερα, η δυσκολία αυτή ξεπερνιέται σε μεγάλο βαθμό μέσω του διαδικτύου, της ψηφιοποίησης βιβλίων και αρχείων, της συγκρότησης των ψηφιακών βιβλιοθηκών αλλά και του συστήματος διαδανεισμού μεταξύ των εθνικών βιβλιοθηκών και των βιβλιοθηκών του εξωτερικού. Επίσης, μια νέα γενιά Ελλήνων επιστημόνων που εξειδικεύτηκε στην Οθωμανολογία, από τη δεκαετία του 1990 ως σήμερα, έριξε αρκετό φως στη ζωή του Ελληνισμού κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατάκτησης.

Οι δύο ερευνητές από τη FYROM γνώστες της αραβικής γραφής, απέκτησαν πρόσβαση στο αρχείο της τέως Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που σήμερα φυλάσσεται στο δημόσιο αρχείο της Τουρκίας και φέρει το όνομα Οθωμανικό Αρχείο του Πρωθυπουργού (Μπασμπακανλίκ Οσμανλί Αρσιβί). Στη συνέχεια μελέτησαν και δημοσίευσαν στα Σκόπια στη γλώσσα του Κράτους τους, ας την ονομάσουμε Σλαυομακεδονική, στη σειρά Αρχεία της Μακεδονίας, στοιχεία από τα φορολογικά κατάστιχα των Οθωμανών Ειδικότερα, ο Αλεξάνταρ Στογιανόφκι εξέδωσε, το 1978 τον 4ο τόμο του πολύτομου έργου υπό τον τίτλο «Τούρσκι Ντοκουμέντι ζα ιστόριατα να Μακεντόνσκιοτ ναρόντ», δηλαδή Τουρκικά Ντοκουμέντα για την ιστορία του Μακεδονικού λαού. Σ’ αυτόν μεταφέρονται τα δεδομένα του φορολογικού καταστίχου που καταστρώθηκε από την Οθωμανική Διοίκηση στα 1454 προς 1455. Το εν λόγω κατάστιχο είναι το αρχαιότερο που σώζεται αλλά το τρίτο στη σειρά από αυτά που συνέταξε το Οθωμανικό Κράτος.
Το Οθωμανικό Διοικητικό σύστημα, τα συγκεκριμένα φορολογικά κατάστιχα, γνωστά ως ταπού ταχρίρ, στους πρώτους αιώνες της ισχύος του τα τηρούσε και τα ανανέωνε ανά 20 ή 30 χρόνια. Δε σώθηκαν όλα, όπως προαναφέραμε αλλά όσα σώθηκαν τελευταία μελετώνται συστηματικά. Τα τελευταία που καταστρώθηκαν χρονολογούνται στις αρχές του 17ου αιώνα γύρω στο 1616. Χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στη πρώτη κατηγορία έχουν μορφή συνοπτικού ευρετηρίου ενώ στη δεύτερη, την πιο ενδιαφέρουσα, είναι αναλυτικά. Εκτός από το ότι καταγράφουν τους φόρους ανά παραγωγή, περιλαμβάνουν και τα μικρά ονόματα των αρχηγών των οικογενειών των ελεύθερων ή των χηρών που φορολογούνται διαφορετικά. Έτσι, εκτός από τις πληροφορίες οικονομικού χαρακτήρα όπως π.χ. το είδος των καλλιεργειών ανά χωριό ή τις ποσότητες καταγράφουν τους αρχηγούς των οικογενειών με τα μικρά τους ονόματα, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα και των μουσουλμάνων. Το γεγονός αυτό έχει την αξία του γιατί μπορεί να μας προσφέρει πληροφορίες για την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. Πληροφορίες, που ενδιαφέρουν την εθνολογία, όπως η εθνολογική προέλευση του πληθυσμού ή την ιστορία όπως για παράδειγμα είναι τα ονόματα των εξισλαμισμένων χριστιανών που στα πρώτα χρόνια της κατάκτησης φέρουν το όνομα Αβδουλά (=δούλος του Θεού, νεοφώτιστος). Ως παράδειγμα για την πόλη των Σερρών αναφέρουμε ότι η εγγραφή πολλών χηρών στους χριστιανούς της πόλης, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους προκαλεί υποψίες για άγνωστα βίαια γεγονότα. Επίσης, με επιφύλαξη πρέπει να αντιμετωπισθούν ως προς την ορθότητά τους και οι μεταφράσεις των μικρών ονομάτων που δημοσίευσαν οι προαναφερθέντες επιστήμονες από τα Σκόπια λόγω της δυσκολίας τους να μεταφέρουν σωστά τα ελληνικά ονόματα. Ας σημειωθεί ότι στα εν λόγω κατάστιχα δεν εμφανίζονται καθόλου οι μαχαλάδες, όπως τους αποκαλούμε ως σήμερα, στην περιοχή μας (Ινελή, Κιζιλί, Ντερέ μαχαλά, Φερεσλί κ.ά.) γιατί κατοικούνται από Γιουρούκους. Αυτοί απολαμβάνουν ειδικό φορολογικό καθεστώς διότι είναι ανά πάσα στιγμή στρατεύσιμοι. Πληρώνουν και αυτοί κάτι αλλά σε ένα πρόσωπο που θεωρείται ηγέτης τους και εγγράφονται σε ειδικούς καταλόγους. Άλλα χωριστά τεφτέρια, ας τα πούμε έτσι τηρούνται, για τα βακούφια. Τα βακούφια των Σερρών τα μελέτησε η καθηγήτρια του Εθνικού ιδρύματος Ερευνών, Ευαγγελία Μπαλτά και εξέδωσε σχετικό βιβλίο στα γαλλικά. Μετά την οθωμανική κατάκτηση η γη διαμοιράσθηκε από τους Σουλτάνους στους απογόνους των κατακτητών που διέπρεψαν στους πολέμους. Έτσι, καθιερώθηκε ένα τιμαριωτικό σύστημα διοίκησης που καταργήθηκε πολύ αργότερα. Η Νιγρίτα εγγράφεται εξ αρχής ως τιμάριο τριών τιμαριούχων, απογόνων, όπως είπαμε των πρώτων Γαζήδων του Σουλτάνου. Ας πούμε τα ονόματά τους. Είναι οι Αλή γιος του Καρατζά, Ισά γιος του Αλή και Τιμουρτάς γιος του Ελιάς. Ένα παράδοξο εκ πρώτης όψεως είναι ότι η Νιγρίτα εγγράφεται στο πρώτο κατάστιχο μαζί με το χωριό Μαλ Πορρόι (πρόκειται μάλλον για τα Άνω ή κάτω Πορρόϊα) γιατί ακριβώς τα δύο χωριά ανήκουν στους ίδιους τιμαριούχους. Θέλω να πω ότι μια πρόσθετη δυσκολία των καταστίχων είναι ότι καταχωρίζονται μαζί χωριά ή κωμοπόλεις που ανήκουν σήμερα σε διαφορετικά γεωγραφικά διαμερίσματα.
Σκεπτικισμός υπάρχει σχετικά με τα πληθυσμιακά δεδομένα τα οποία εξάγει κανείς από αυτά, με βάση τις φορολογικές μονάδες. Είναι απογραφές φορολογικής ύλης και όχι πληθυσμού. Υπάρχουν πάντα τα ενδεχόμενα της πλημμελούς καταγραφής ή συμβατικής καταγραφής προσώπων και αριθμών που απλώς ανταποκρίνονται στο ύψος της προσδοκώμενης φορολογικής προσόδου και όχι στην πραγματικότητα της ίδιας περιόδου. Ίσως να μην καταγράφεται πληθυσμός που δεν φορολογείται. Όμως για αυτούς ακριβώς τους λόγους τα πρώτα κατάστιχα εμφανίζουν περισσότερη πιστότητα.
Γενικά, μπορούμε να πούμε πως η αξία αυτών των καταστίχων έγκειται στο ότι ένας κρίσιμος όγκος ποσοτικών δεδομένων που λείπει από τις πηγές του ύστερου Βυζαντίου είναι παρών σε πηγές της πρώϊμης Οθωμανικής εποχής. Ο συνδυασμός αυτών των πηγών με πληροφορίες που προέρχονται από μια άλλη σημαντική πηγή, όπως είναι τα έγγραφα των Μοναστηριών, μας βοηθάει να ταυτίσουμε οικισμούς, να παρακολουθήσουμε τη ζωή τους μέσα στο χρόνο.

Οι ονομασίες των οικισμών ή των αγροτικών περιοχών, πεδινών ή ορεινών, γνωστές ως τοπωνύμια ή μικροτοπωνύμια αντίστοιχα, έχουν τύχει ιδιαίτερου ενδιαφέροντος κυρίως από τους γλωσσολόγους. Όμως, ταυτόχρονα αποτελούν και σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες. Έχουν χαρακτηρισθεί στο παρελθόν ως επιγραφές επί του εδάφους. Η γλωσσική τους κατηγοριοποίηση, σε ελληνικής, τουρκικής, σλαβικής προέλευσης κ.λπ. ή η ανεύρεση της ετυμολογίας τους είναι εργασία πιο ειδικών και παρόλο που είναι γοητευτική κρύβει πάντοτε πολλές παγίδες. Πίσω από αυτές μπορεί να κρύβεται κάποιος οικισμός που δεν υπάρχει σήμερα πια αλλά και μια δραστηριότητα όπως π.χ. οικονομική που σήμερα έχει εγκαταλειφθεί ή μπορεί να κρύβεται ένα λαογραφικό δρώμενο που σήμερα δεν ασκείται πια. Στο παρελθόν ασχολήθηκα με τη συστηματική συγκέντρωσή τους μέσα από τα συμβόλαια συμβολαιογραφικών αρχείων της Νιγρίτας και των Σερρών. Προσπάθησα για τις ανάγκες της σημερινής ομιλίας να ανιχνεύσω την παράδοση που παραδίδεται από τους Δαμάνη και Θηλυκό όσον αφορά τη δημιουργία της Νιγρίτας με τις πληροφορίες που του πρώτου Οθωμανικού καταστίχου αλλά και των μικροτοπωνυμίων της περιοχής, Οι παραπάνω παραδίδουν ότι η Νιγρίτα προήλθε από τη συνοίκηση δύο παλιών χωριών της Παλιόχωρας και ενός χωριού με το όνομα Γκουβεντάρι, Το δεύτερο δεν εντοπίσθηκε κάπου. Όσον αφορά το πρώτο εντοπίζεται κοντά σε ορεινή περιοχή που φέρεται ως Τσιπλάκ. Στο κατάστιχο υπάρχει οικισμός με το όνομα Τσιπλάκ όπως και το Λαγγάτορ που θα μπορούσε και μια παραλλαγή ίσως ενός άλλου μικροτοπωνυμίου της Νιγρίτας το Λαγάτρης. Και οι δύο οικισμοί όμως σύμφωνα με τον Στογιανόφσκι ανήκουν στον καζά του Δεμίρ Ισάρ ενώ σε μια πρόθεση της Μονής Εικοσοιφίνισσας του 18ου αιώνα που δημοσίευσε η αρχαιολόγος Μάγδα Παρχαρίδου φαίνεται ότι ο Λαγγάτορας τοποθετείται πολύ κοντά στο Σιδηρόκαστρο. Ίσως να πρόκειται για το χωριό Λαγώνι 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά του Σιδηροκάστρου.
Όμως, τα Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα μας δικαίωσαν πλήρως ως προς ένα άλλο μικροτοπωνύμιο. Πρόκειται για το Κρόκος που εντοπίσαμε σε τρία συμβόλαια του συμβολαιογράφου Νιγρίτας Σκουρμπούτη (2798/1926, Διανεμητήριο,5232 /1928, Δ.Δ., και του 1931) από την κτηματική περιοχή του Χουμνικού. Η υπόθεση ότι πρόκειται για φυτωνύμιο που έχει σχέση με το γνωστότατο πολύτιμο φυτό που παράγεται σήμερα αποκλειστικά στο ομώνυμο χωριό της Κοζάνης τεκμηριώθηκε από την εγγραφή φόρου που βρήκαμε όχι στο χωριό Χούμκος αλλά στο ακριβώς γειτονικό χωριό Πατρίκι. Στο κατάστιχο ΤΤ/3 του 1454/55 εγγράφεται πρόσοδος 10 ακτσέ από Σαφράνι. Πρόκειται, για ανάμνηση επί του εδάφους της συγκεκριμένης καλλιέργειας. Από ότι φαίνεται, το 1454, από τα χωριά της Βισαλτίας καλλιεργούνταν μόνο στο Πατρίκι και το Αηδονοχώρι ,ενώ σε μεγάλο βαθμό καλλιεργούνταν στην περιοχή Ζίχνης στο Θολό, το Δραβίσκο, την Παλιοκώμη, ιδιαίτερα δε στο Ροδολίβος.
Η Νιγρίτα και η Σύρπα βαδίζουν μαζί παράλληλα, όπως είπαμε, ως την απελευθέρωση, οπότε ενώνονται αναγκαστικά υπό ενιαία Διοίκηση. Διατηρούν όμως ακόμη και σήμερα ξεχωριστή ενοριακή ζωή. Για οικονομία χρόνου δε θα αναφερθώ στην ενδιάμεση εποχή που ουσιαστικά είναι ανεξερεύνητη ως σήμερα. Αξιοσημείωτο γεγονός είναι φυσικά η έλευση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων από την περιοχή του Ολύμπου στη Σύρπα όπως και από τη Χαλκιδική στη Νιγρίτα, μια άλλη απόδειξη της οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής. Η εμπορική κίνησή της που τραβάει την προσοχή ακόμη και των Γάλλων Προξένων της Θεσσαλονίκης που ενδιαφέρονται για το εμπόριο βαμβακιού. Στα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύσσεται το εμπόριο καπνού όπως και η εκμετάλλευση του μεταξιού. Έτσι, τα παραδοσιακά διοικητικά κέντρα της ύστερης Βυζαντινής εποχής, όπως είναι η Έζιοβα (η οποία διατήρησε το εβδομαδιαίο παζάρι της κάθε Τρίτη ως τη δεκαετία του 1940) χάνουν την αίγλη τους. Την πρωτοκαθεδρία την παίρνει η Νιγρίτα.
Θα παρουσιάσω στη συνέχεια λίγα ιστορικά τεκμήρια που απέκτησαν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Αρχεία Νομού Σερρών, τελευταία.
Τύχη αγαθή οδήγησε στο να εισαχθεί στην βιβλιοθήκη της Υπηρεσίας ένα σύνολο από λειτουργικά βιβλία τα οποία δυστυχώς προορίζονταν για ανακύκλωση χαρτιού. Πρόκειται για 73 έντυπα συνολικά, από τα οποία τα 34 είναι προ του 1900 και χρονολογούνται από το 1793 ως τα 1884. Πρόκειται δηλαδή για παλαίτυπα. Τέσσερα από αυτά φέρουν τη στρογγυλή σφραγίδα του αείμνηστου δασκάλου της Νιγρίτας Κωνσταντίνου Μπάρτζα: ΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΟΝ ΣΕΡΡΩΝ ΜΑΡΟΥΛΗ 1885 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΡΤΖΑΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟΣ ΔΗΜΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΝΙΓΡΙΤΑΣ .Όπως είναι γνωστό, από τη δημοσίευση του δασκάλου της Νιγρίτας Αθανασίου Δρογαλά, απογόνου του αείμνηστου δασκάλου, εκτός της σπουδαίας εκπαιδευτικής του προσφοράς ήταν καλός γνώστης Βυζαντινής και Ευρωπαϊκής Μουσικής. Παρέδωσε μάλιστα στους απογόνους του και χειρόγραφο Βυζαντινής Μουσικής Βοήθησε πολλούς ιερείς και ιεροψάλτες μαθαίνοντάς τους Μουσική. Ο ίδιος έπαιζε αρμόνιο. Το αναλόγιο του ψάλτη ήταν από τις προσφιλείς του θέσεις. Διετέλεσε ιεροψάλτης του Αγίου Αθανασίου επί πολλά έτη ενώ έψαλλε και στην εκκλησία της Κάτω Καμήλας όταν ήταν δάσκαλος στο σχολείο του χωριού, κατά τα έτη 1886-1888. Διετέλεσε και μέλος της Επιτροπής για την ανέγερση του νέου ναού του Αγίου Αθανασίου κατά τα έτη 1908-1911. Στο Δημοτικό Σχολείο της Σύρπας θήτευσε στα σχολικά έτη 1888 ως 1891, 1892 ως 1897 και 1912-1913. Ο Αθανάσιος. Δρογαλάς επισημαίνει στην ανακοίνωσή του ότι, λίγο πριν πεθάνει, δώρισε τα μουσικά του σε ψάλτες και ιερείς της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου. Φαίνεται πως κάποιος από αυτούς τα μετέφερε στις Σέρρες και αφού διατηρήθηκαν για καιρό κατέληξαν με τον τρόπο που προανέφερα στην Υπηρεσία μας. Πιθανολογούμε πως ένα μόνο μέρος αυτών προέρχονται από τη Νιγρίτα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σημειώματα που φέρουν. Κατ’αρχάς σε Μηναίον του Ιανουαρίου του 1884 από τις εκδόσεις Φοίνιξ της Βενετίας, στο εσώφυλλο τέλους σώζεται ιδιόγραφο σημείωμά του, ως εξής: Δι’ενθύμησιν γράφω τα εξής, ότι εις τα 1912 ήτον το Πάσχα και ο Ευαγγελισμός μίαν ημέραν και εις την Κυριακήν του Θωμά τη 1η Απριλίου έπεσεν χιόνι πολύ.
Στο εσώφυλλο αρχής ενός Τριωδίου του 1856 από τις εκδόσεις Βενετίας του τυπογραφείου Αγίου Γεωργίου βρίσκεται νεότερο μουσικό χειρόγραφο επικολλημένο σε παλιότερο μουσικό σημείωμα που υπογράφεται ως εξής: Εν Σύρπα τη 4η Μαρτίου 1880 Κ. Β. Πρωτοπαπάς. Στο εσώφυλλο τέλους του ίδιου εντύπου μουσικό σημείωμα του ιδίου με χρονολογία 5 Μαρτίου 1880. Επίσης σε μηναίον Ιουλίου του 1884, στο εσώφυλλο αρχής, με άλλο χέρι, διαβάζουμε την εξής ενθύμηση: Δι’ ενθύμησιν γράφω ταύτα Εις τα 1915 του έτους έγινεν μεγάλην ακρίβεια εις όλα τα πράγματα προ πάντων εις το αλεύρι ήτο 5 γρόσια την οκάν το δε έτος 1916 το αλεύρη έγινεν έξη και είκοσιν η ουκά Το δε έτος 1918 το αλεύρι έγεινεν 4 δραχμές η ουκά.Τέλος, με το ίδιο χέρι, σε Μηναίον Ιουνίου του 1845 στο πφ αρχής 1 verso διαβάζουμε: Εις τα 1918 οπότε κατεβήκαμοι εις τα χωρία μας όπου μας είχαν διώξει οι Ευρωπαίοι ψάλται ήσαν ο Κ. Αλέξανδρος Σωτηρίου Δεξιός και Αριστερός ο Δημήτριος Π αποκομμένο [ῖερείς ] ήσαν οικονόμος παπαγεώργιος /παπαγεώργιος παπα Άγγελους παπα Αθανάσιος παπα Ιωάννης τσιπούκας
Συνδυάζω το τελευταίο σημείωμα με έγγραφο που απόκειται στο αρχείο του Δήμου Νιγρίτας που εισήχθη στην Υπηρεσία μας, βάσει της κείμενης νομοθεσίας που περιγράφετ ανάγλυφα τις περιπέτειες της κωμόπολης. Πρόκειται για υπόμνημα που υποβάλλουν την 2α Μαρτίου 1931 οι Σύλλογοι, τα Σωματεία και η Κοινότητα Νιγρίτας προς την Κυβέρνηση Βενιζέλου εξ αιτίας της απάφασής της να ζητήσει την επιστροφή των βοηθημάτων που διένειμε η τότε Κυβέρνηση στους πολεμοπαθείς το έτος 1919, χαρακτηρίζοντάς τα ως δάνεια. Είχε στο μεταξύ προηγηθεί το κραχ του 1929 που είχε επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία. Διαβάζουμε κάποιο απόσπασμά του:
«Ουδόλως διαφεύγει της Υμετέρας μνήμης ότι η Νιγρίτα μετά της επαρχίας της διεδραμάτισε κατά τα έτη 1912-1913 σπουδαιότατον ρόλον δια την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας. Πρώτη από τας πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας απετίναξεν τον Τουρκικόν ζυγόν και απήλαυσε την ελευθερίαν αλλά και πρώτη επλήρωσε πολύ ακριβά ταύτην προσενεγκούσα εαυτήν Ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της ελευθερίας δια της παντελούς καταστροφής της υπό των εχθρών της φυλής μας Βουλγάρων. Ούτοι καταλαβόντες δι’Ολίγας μόνον ημέρας την Νιγρίτα κατά τον Βον πόλεμον του 1913 επυρπόλησαν αυτήν Ολοσχερώς και μαζύ με αυτήν ετάφη δια παντός η ανθούσα και η ευημερούσα πόλις μας. Η καταστροφή της υπήρξε πλήρης και οι κάτοικοί της διαφυγόντες την σφαγήν ανακάμπτοντες εις τας εστίας των εύρον ερείπια επί των οποίων έπρεπε να ανεγείρωσι τας κατοικίας δια να στεγάσωσιν τας Οικογενείας των.
Εξηντλημένοι όπως είμεθα εκ των περιπετειών του πολέμου και άνευ ουδεμιάς Κρατικής συνδρομής επεδόθημεν εις την περισυλλογήν μας δια ανεγέρσεως νέων κατοικιών δια τας οποίας κατεβάλομεν υπερανθρώπους προσπαθείας δια να αποκατασταθώμεν οπωσδήποτε.
Επί τριετίαν ηγωνίσθημεν να περισυλλέξωμεν ότι ήτο δυνατόν αλλά και πάλιν μας επεφύλλασεν Οικτρά τύχη κατά το έτος 1916 ότε διετάχθημεν υπό των Συμμαχικών Στρατευμάτων να εκκενώσωμεν την πόλιν μας εντός 24 ωρών. Εξεδιώχθημεν δε κακήν κακώς εγκαταλείψαντες τα πάντα χωρίς να συναποκομίσωμεν τίποτε. Εγκαταλείψαντες εκουσίως τας εστίας μας. περιπλανώμεθα επί διετίαν ανά τα χωρία της Χαλκιδικής και Λαγκαδά άνευ ουδεμιάς εργασίας εξαντλήσαντες μέχρι και τας τελευταίας πεντάρας τας μικράς μας οικονομίας Επιστρέψαντες δε εύρωμεν την πατρίδας μας Γης Μαδιάμ. Οικίας κατεδαφισμένας των οποίων η ξυλεία εχρησιμοποιήθη δια αμπριά και παράγκας. Εις αυτήν την οικτράν κατάστασιν εξ ευσπλαχνίας φερόμενον το Κράτος ήλθεν πράγματι αρωγόν κατά το έτος 1919. Διένειμε μερικά βοηθήματα και μερικά ζώα διότι έβλεπεν ότι άνευ τούτων ήτο αδύνατος η καλλιέργεια των κτημάτων μας δεδομένου ότι γενικώς ο πληθυσμός ήτο αγροτικός. Τας ελπίδας μας όλας εστηρίξαμεν εις τας πολεμικάς αποζημιώσεις έναντι των οποίων ετύχαμεν πινακίου φακής το οποίον δεν αποτελεί ούτε πολλοστημόριον των τεραστίων ζημιών ας υπέστημεν. Καίτοι καθ’ον χρόνον εξετοπιζόμεθα το 1916 υπό των Συμμαχικών Στρατευμάτων μας εδόθη η υπόσχεσις ότι θα πληρωθώμεν δια πάσαν ανεξαρτήτως ζημίαν μας εις λίρας Στερλίνας βάσει σχετικής Νότας των Συμμάχων προς την Ελλάδα, εγγυωμένων ότι δια πάσαν εξ υπαιτιότητάς των κατασστροφήν θα επλήρωνον ταύτην εις χρυσόν …Ουδ’οβολόν ελάβομεν῾
Τελειώνω με κάποιες φωτογραφίες που μας έστειλαν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Αρχεία Νομού Μεσσηνίας. Προέρχονται από μια συλλογή που δωρήθηκε στην εκεί Υπηρεσία από ιδιώτη και προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο του στρατηγού Παναγιώτη Γαργαλίδη, με καταγωγή από την Καλαμάτα. Αυτός μαζί με τον στρατηγό Κοντογιάννη συνέδεσαν τη δράση τους ως νεαροί τότε αξιωματικοί. Ο Γαργαλίδης ηγήθηκε της μάχης στα Πλατανούδια ως λοχαγός. Ένθερμος Βενιζελικός ήταν βασικό στέλεχος του Κινήματος της Εθνικής Αμύνης του Βενιζέλου, στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια πολέμησε κατά τον Ευρωπαϊκό πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο όπου και διακρίθηκε. Πολέμησε και στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Συμμετείχε στη συνέχεια στη συγκρότηση της Στρατιάς του Έβρου. Εξαιτίας όμως της συνθήκης της Λωζάνης την οποία θεώρησε απαράδεκτο συμβιβασμό στράφηκε εναντίον του Πλαστήρα και έκανε αντικίνημα. Απέτυχε, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μετά την εκτέλεση των εξ δεν πραγματοποιήθηκε. Του δόθηκε χάρη και αποστρατεύτηκε. Επανήλθε για λίγο στο στράτευμα μετά το κίνημα του 1935. Τελευταία άφησα δύο φωτογραφίες. Τη φωτογραφία της κόρης του σε μικρή ηλικία και τη φωτογραφία του απολυτηρίου της από το Γυμνάσιο. Από ότι φαίνεται ίσως ήταν η μοναδική γυναίκα στον κόσμο που ονομαζόταν Νιγρίτα.
